Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

ΤΑ ΣΦΑΚΙΑ ΣΕ ΑΓΝΩΣΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ 1798

Του Ευτύχη Τζιρτζιλάκη

312 - (Manuscrit biographique, Militaria & Histoire) - Extraordinaire témoignage de la Campagne d'Égypte puis d'une longue captivité en Crète par les Turcs ou "Journal Depuis Le 17 floréal an 6 -époque de mon départ-, jusqu'à mon arrivée à Marseille Le 1er prairial an 9". "DÉPART 6 MAŸ 1798. 21 MAŸ 1801". - See more AT

Χτες, δημοπρατήθηκε στη Γαλλία ενα άγνωστο χειρόγραφο ενός Γαλλου που το 1798, και για 2 χρόνια περίπου, έζησε κάποιες απίστευτες περιπέτειες, με πολλες ταλαιπωρίες! Τα περισσότερα απο τα βάσανα του τα πέρασε στη Κρήτη, και όταν τελικα γύρισε στη Γαλλία τα διηγήθηκε σε 70 χειρόγραφες σελίδες. Φαντάζομαι ότι μεσα θα εχει πολλες αγνωστες πληροφορίες για τη ζωη στο νησί μας, και ελπίζω κάποτε να εκδοθεί. Προς το παρόν μπορείτε να διαβάσετε την περιγραφή του χειρογράφου, όπως δόθηκε στη δημοπρασία!

(σε μετάφραση και σχόλια της Ασπασίας Κοκολογιάννη)

"Καταπληκτική μαρτυρία της εκστρατείας της Αιγύπτου εν συνεχεία μιας μακράς περιόδου αιχμαλωσίας στην Κρήτη από τους Τούρκους ή ημερολόγιο από τις 17 του μήνα Ανθεστηριώνος το 6ο έτος μετά τη Γαλλική Επανάσταση –εποχή της αναχώρησής μου- έως την άφιξη μου στη Μασσαλία την 1η του μήνα Λειμώνος το 9ο έτος μετά τη Γαλλική Επανάσταση Απίστευτη αναφορά κάποιων χρόνων της ζωής ενός Γάλλου ο οποίος έφυγε με φρεγάτα για τη Μεσόγειο ως γραμματέας ενός πολεμικού επιτρόπου (ο προορισμός και ο τελικός σκοπός της εκστρατείας της Αιγύπτου είχαν κρατηθεί μυστικοί προς αποφυγήν οποιασδήποτε διαρροής προς τους Άγγλους κατασκόπους). Μετά από την Κορσική όπου ο στρατηγός Vaubois συνάντησε το στόλο και την αναμονή της πομπής από τη Civitavecchia (400 πλοία στο σύνολο), ο άντρας για τον οποίο ενδιαφερόμαστε πήρε μέρος στη μάχη της Μάλτας (είσοδος του Brueys και του Βοναπάρτη στο λιμάνι, επίθεση στο κάστρο, βομβαρδισμός της πόλης, απογραφή Μαλτέζων αιχμαλώτων και κάποιων ιπποτών και στη συνέχεια αποβίβαση όλου του στρατού υπό τους ήχους του πυροβολικού και της μπάντας και σημαιοστολισμός των πλοίων). Ύστερα ο άνθρωπός μας παίρνει το δρόμο προς την Αίγυπτο όπου μαίνονται μάχες εναντίον των Βεδουίνων, των Μαμελούκων, των Αράβων και των Τούρκων προκειμένου να προχωρήσουν τα γαλλικά στρατεύματα. Μετά από την Αλεξάνδρεια, την έρημο και την Γκίζα οι Γάλλοι φτάνουν στο Κάιρο όπου ο σεΐχης τους παραδίδει τα κλειδιά της πόλης εκφράζοντας τη χαρά του που έδιωξαν από τη χώρα τους , τους μπέηδες και τους μαμελούκους τους , τους οποίους θεωρούν εχθρούς τους και υπόσχεται πίστη στους Γάλλους. Έπονται οι καταστροφές των τεμένων, οι προδοσίες εκατέρωθεν των πλευρών, διάφοροι θάνατοι (εκ των οποίων και του Sulkowskiet) καθώς και οι εκτελέσεις των αρχηγών των εχθρών. Μη συμμετέχοντας στις μάχες αλλά ανεβαίνοντας στην ιεραρχία ο άνθρωπός μας αρρωσταίνει, παραιτείται και αποφασίζει να επιστρέψει στη Γαλλία μέσω Αλεξανδρείας όπου βασιλεύει η πανώλη.

Μαζί με άλλους Γάλλους εκ των οποίων και κάποιος Giraud, επιβιβάζεται σε ένα ισπανικό πλοίο το οποίο όμως μπάζει νερά υποχρεώνοντας τους να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια η οποία βομβαρδίζεται από τους Αγγλούς. Έχοντας σχεδόν ναυαγήσει στη Ροζέτα οδηγούνται από μία τούρκικη καραβέλα στην Κύπρο όπου συλλαμβάνονται από τους γενιτσάρους και αιχμαλωτίζονται εφόσον βρίσκονταν υπό ισπανική σημαία. Μπαίνουν στο κάτεργο και ο άνθρωπός μας με τον Giraud αποβιβάζονται στο Ηράκλειο στην Κρήτη όπου πωλούνται ως σκλάβοι για 100 πιάστρες. Καταλήγουν στη Βλαχερωνίτισσα (Lacheronitissa στο πρ.)σε ενός αφέντη όπου δουλεύουν επίσης μία νέγρα και ένα μαύρος ονόματι Barca υπό τις διαταγές του οποίου τοποθετήθηκα: να βόσκω τις κατσίκες, να καθαρίζω βαμβάκι, να κοπανίζω καννάβι, να φυλάω τα πρόβατα στο βουνό, να φέρνω νερό κ.α. Κατά αυτή την άθλια περίοδο όπου ο άνθρωπός μας κοιμάται στο στάβλο με τα άλογα και τρέφεται ελάχιστα, οι Έλληνες του νησιού τον λυπούνται και προσπαθούν να τον βοηθήσουν αλλά και κάποιοι Τούρκοι (ορισμένοι μάλιστα από την οικογένεια του αφέντη του). Σιγά- σιγά μαθαίνει τα ελληνικά και ντύνεται σύμφωνα με τους Έλληνες (κοντά μαλλιά, μουστάκι, σαρίκι). Ενώ προετοιμάζει απόδραση από την άλλη πλευρά του νησιού, μέσω ενός ελληνικού χωριού από όπου θα έπαιρνε μία βάρκα για τη Σμύρνη, φιρμάνι της Υψηλής Πύλης αναγγέλλει ότι μία μοίρα του ισπανικού στόλου η οποία συνοδεύει πομπή 30.000 Γάλλων αναμένεται στη διάρκεια του καλοκαιριού να πολιορκήσει το νησί, γεγονός που σημαίνει ότι οι Γάλλοι αιχμάλωτοι θα μπορούσαν να αποδειχθούν επικίνδυνοι σε περίπτωση ήττας των Τούρκων, άρα θα πρέπει να τους σκοτώσουν ή να τους αλυσοδέσουν. Καθώς όμως η μοίρα δεν αράζει η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Εκμεταλλευόμενος ένα γάμο για τον οποίο λείπουν οι αφέντες του, οργανώνει βιαστικά τη φυγή του με τον Giraud στις 6 Οκτωβρίου του 1800 δια μέσου των βουνών προς τα Σφακιά. Διαφεύγοντας μέσα από δάση χωρίς μονοπάτια, περιπλανώμενοι στις χιονισμένες βουνοκορφές και στο χείλος τρομακτικών γκρεμών, αποφεύγοντας τα άγρια θηρία, προχωρούν τη νύχτα ή δένουν μεγάλες πέτρες στα πόδια τους για να μην κυλήσουν στην πλαγιά ενώ κοιμούνται. Καταφέρνουν να μην συλληφθούν αν και έχουν διάφορα κακά συναπαντήματα. Φτάνοντας στην Αγία Ρουμέλη ένας κατασκευαστής πλοιαρίων τους δίνει ελληνικά ονόματα και τους κρύβει. Επιδιώκουν αλλάζοντας πολλές κρυψώνες και με μεγάλο κίνδυνο να φύγουν προς τα Κύθηρα αφού έχουν περάσει ένα μήνα κοντά σε αυτούς τους γενναίους ανθρώπους του οποίου ο γαμπρός είναι Γάλλος πρόξενος. Την ημέρα της αναχώρησης ο ρώσικος και ο τουρκικός στόλος που πλέουν πλάι –πλάι στο κρητικό κάστρο καταδικάζουν τα σχέδιά τους. Εν τω μεταξύ ο πρόξενος των Κυθήρων ο οποίος βρίσκεται ήδη υπό παρακολούθηση δεν μπορεί πλέον να τους δεχθεί.

Μετά από 8 μήνες αιχμαλωσίας, κρατούμενοι του πασά ενός χωριού υπό την επίβλεψη τριών αγάδων και ενός σούμπαση, οδηγούνται με βάρκα στη Μάνη, στο Μαραθονήσι, της οποίας οι κάτοικοι έχουν τη φήμη ληστών αλλά της οποίας ο μπέης είναι φίλος των Γάλλων. Τους παρουσιάζουν λοιπόν ως δύστυχους Βενετούς ναυαγούς. Εκεί χάρις στον φίλα προσκείμενο προς τους Γάλλους μπέη θα συναντηθούν και με άλλους Γάλλους, κάποιοι από τους οποίους έχουν δραπετεύσει από το κάστρο της Κορώνης, και θα ξεκινήσει μία αλληλογραφία με Γάλλους διοικητικούς, στρατιωτικούς και εμπόρους προκειμένου να προετοιμαστεί με αργούς ρυθμούς η επιστροφή τους στη Γαλλία. Περιμένοντας δέχονται ένα μικρό χρηματικό βοήθημα, το οποίο η κυβέρνηση έδιδε στους δυστυχείς Γάλλους κρατούμενους στην Τουρκία. Η λύση του πολέμου πλησιάζει γιατί μεσολαβητικά πλοία πλέουν στο λιμάνι της Κορώνης με το στρατηγό Dessaix ο οποίος μεταφέρει την επιστολή που είχε συντάξει ο Kléber στις 24 Ιανουαρίου στη Δαμασκό με τον Μεγάλο Βεζύρη για την απομάκρυνση από την Αίγυπτο[την υπογεγραμμένη παράδοση με τους Άγγλους έπειτα από την ήττα των Γάλλων]. Η λήξη του πολέμου σηματοδοτεί την ελευθερία των Γάλλων κρατουμένων από τους Τούρκους, αλλά εν τω μεταξύ ο Βοναπάρτης έχει κάνει το πραξικόπημα και οι Γάλλοι κηρύσσουν εκ νέου τον πόλεμο στους Τούρκους, καθώς οι Άγγλοι εμποδίζουν την έξοδο των γαλλικών πλοίων από την Αλεξάνδρεια, γεγονός που επισύρει την εκτέλεση ή την καταδίκη σε κάτεργο των Γάλλων που βρίσκονται σε τουρκικό έδαφος. Τελικά αφού κρύβονταν για 15 μήνες στον μπέη της Μάνης επιβιβάζονται σε ένα ρώσικο πλοίο. Πλέοντας κοντά στις ακτές περνούν στα Κύθηρα, στην Κέρκυρα και την Αλβανία όπου εξ΄ αιτίας μίας καταιγίδας πέφτουν στα χέρια Άγγλων πειρατών και φτάνουν έως την Τεργέστη. Μπαίνουν σε καραντίνα και εκεί συναντούν και άλλους Γάλλους που έχουν πέσει στα χέρια πειρατών. Ο διοικητής τους λυπάται και τους αφήνει, δίνοντας τους συνοδευτική επιστολή και χρήματα, να αποβιβαστούν στην Αγκόνα όπου ένας Γάλλος στρατηγός τους δίνει φύλλο πορείας μέχρι τη Φλωρεντία και μετά εκ νέου μέχρι το Menton και έπειτα έως τη Μασσαλία όπου έφτασα την 1η του Λειμώνος το μεσημέρι προς μεγάλη έκπληξη όλων των συγγενών και φίλων οι οποίοι με θεωρούσαν νεκρό από καιρό καθώς δεν είχαν λάβει νέα μου για 26 μήνες."

Εκστρατεία της Αιγύπτου: στρατιωτική επιχείρηση που συνέβαλε στη δόξα του Ναπολέοντα

Ανθεστηριών: μήνας του ημερολογίου της Γαλλικής Επανάστασης (20 Απριλίου – 19 Μαΐου)

Λειμών: μήνας του ημερολογίου της Γαλλικής Επανάστασης (20 Μαΐου – 18 Ιουνίου)

Civitavecchia :πόλη της Νότιας Ιταλίας

Sulkowskiet: πρόκειται προφανώς για τον Joseph Sulkowski ή Sulkosky κατά τους Γάλλους

Ληστής: ο όρος κλέφτης της Ελληνικής Επανάστασης δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός ούτε να αποδοθεί στη γαλλική γλώσσα

Η περίοδος Directoire ξεκινά στις 26/10/1795 και λήγει στις 9/11/1799 με το πραξικόπημα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη οπότε και ξεκινά η περίοδος Consulat έως τις 18/5/1804. Κατά την πρώτη περίοδο αποκαλείται Directeur και κατά τη δεύτερη Consul

Menton : πόλη της Νότιας Γαλλίας, στην ακτή της Μεσογείου, στα σύνορα με την Ιταλία

Καί σχετικό άρθρο ΕΔΩ (σελ. 54-58)

Mail Antreas P. Hatzipolakis

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Κ. ΔΑΜΒΕΡΓΗ

Ο Αναστάσιος Κ. Δαμβέργης γεννήθηκε στη Μύκονο το 1857 και πέθανε το 1920. Κατάγεται από την Κρήτη, από το Ρέθυμνο.

Γενεαλογικά:

Ο παππούς του Ιωάννης:

1. Ιωάννης (; – 1824). Πρόκριτος που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και αντιπροσώπευσε την επαρχία Ρεθύμνης στο πρώτο επαναστατικό συμβούλιο στα Σφακιά. Επικεφαλής σώματος πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Το 1824 οι Τούρκοι της Κρήτης τον έσφαξαν και πούλησαν δύο γιους του στην Αίγυπτο. Μεσολάβησαν όμως οι Γάλλοι και τελικά οι γιοι του απελευθερώθηκαν.

Ο πατέρας του Κωνσταντίνος:

2. Κωνσταντίνος (1800 – 1889). Γιος του Ιωάννη (1.). Πολέμησε υπό τις διαταγές του Στρ. Δεληγιαννάκη.

Ο θείος του Νικόλαος:

3. Νικόλαος. Γιος του Ιωάννη (1.), κοντά στον οποίο πολέμησε. Ως γραμματέας της συνέλευσης στον Μυλοπόταμο συνέταξε το ψήφισμα διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό της Κρήτης από τα όρια του ελληνικού κράτους που δημιουργήθηκε μετά την Επανάσταση.

ΠΗΓΗ

4. Η θεία του, κόρη του Ιωάννη Δαμβέργη:

Είχε αρραβωνιαστεί τον Σφακιανό οπλαρχηγό Γεώργιο Δεληγιαννάκη. Μετά τον ηρωικόν του θάνατο, την αρραβωνιάστηκε ο αδερφός του Στρατής. (Πηγή: Ιστορία της Κρήτης του Β. Ψιλάκη. Το σχετικό απόσπασμα ΕΔΩ)

Ο Αναστάσιος Κ. Δαμβέργης σπούδασε Φαρμακευτική και Χημεία και υπήρξε Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διακεκριμένη προσωπικότητα με πολυσχιδές έργον. ΕΔΩ έχω ανεβάσει ένα δημοσίευμα που αναφέρεται στην προσωπικότητα και στη δράση του.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Κ. ΔΑΜΒΕΡΓΗ:

Πορτραίτο του. Cabinet photo του Δ. Μαρτιμιανάκη (Αθήνα)

Οικογενειακό πορτραίτο του, με το γιο του Κωνσταντίνο και τις κόρες του Μαρία και Καίτη. Cabinet photo του Παπαμήτρου (Αθήνα)

Πορτραίτο του σε cabinet photo του Boehringer (Αθήνα) και σε μέγεθος ταχ. κάρτας.

Πορτραίτο του σε μέγεθος ταχ. κάρτας.

Στην πανεπιστημιακή έδρα. Φωτογραφίες μεγέθους ταχ. κάρτας

Ομαδικά πορτραίτα: Με συναδέλφους του καθηγητές και τους φοιτητές τους. Φωτογραφίες μεγέθους ταχ. κάρτας

Στο φαρμακείο του. Φωτογραφία μεγέθους ταχ. κάρτας.

Το Φαρμακείο Δαμβέργη στεγαζόταν στο Μέγαρο της ΠΡΩΙΑΣ, το οποίο γκρεμίστηκε το 1976. ΕΔΩ είναι ένα σχετικό γράμμα του Ίωνα Οικονομάκη προς την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (17.03.2012)

Αξίζει να σημειώσουμε ότι το Φαρμακείο είχε εκδώσει ιδιωτικές διαφημιστικές ταχ. κάρτες για την αλληλογραφία του. Μία που έχω είναι ανατύπωση παλιάς Κρητικής κάρτας (Ομαδικό πορτραίτο Κρητικών του Ιταλού εκδότη στα Χανιά E. A. Cavaliero).

Η ταχ. κάρτα του Φαρμακείου σταλμένη στην Αίγυπτο.

Η πρωτότυπη ταχ. κάρτα του E.A. Cavaliero, που ανατύπωσή της είναι η κάρτα του Φαρμακείου.

Mail Antreas P. Hatzipolakis

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

ΕΜ. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ (ΣΕΡΡΕΣ)

Βαλκανικοί Πόλεμοι. Φωτογραφία του Ηρακλειώτη φωτογράφου Ε. Ανδρουλάκη.

Αξιωματικοί 4ου Πεζ. Συντάγματος της Πρώτης Μεραρχίας. Εν Σέρραις 1913

SOUVENR DE LA GUERRE

EMM. ANDROULAKIS SERRES

Mail Antreas P. Hatzipolakis


Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

O ΞΗΡΟΥΧΗΣ ΧΑΡΙΣΟΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ:

Το παρακάτω κείμενο είναι η ομιλία του αντιπροέδρου της "Ένωσης των Απανταχού Σφακιανών" Γιάννη Πολυράκη, που δόθηκε στα γραφεία της ΄Ενωσης στις 23-10-2013, στα πλαίσια της τριλογίας αφιερωμένης στα εκατό χρόνια από την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Το πρώτο τμήμα με τίτλο «ένας άγνωστος ήρωας» ήταν αφιέρωμένο στο Χαρισοξηρούχη γαι να τιμήσει τον ήρωα, αλλά και το πλήθος των ανώνυμων αγωνιστών που κράτησαν τους αγώνες και επωμίστηκαν τις μεγάλες θυσίες και τους αναλογεί η μεγαλύτερη μερίδα της λευτεριάς που κέρδισε η Κρήτη. Παραθέτουμε την ομιλία:

Ο ΧΑΡΙΣΟΞΗΡΟΥΧΗΣ, ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΗΡΩΑΣ.

Του Γιάννη Αντρέα Πολυράκη.

Η σημερινή εκδήλωση εντάσσεται στις δραστηριότητες της "Ένωσης των Απανταχού Σφακιανών" για το 100 χρόνια της Ενωσης της Κρήτης με την Ελλάδα. Θα παρουσιάσουμε τη ζωή ενός φημισμένου αγωνιστή της εποχής εκείνης, ενός απο τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν και συνέβαλαν στην ελευθερία της Κρήτης, του Χαρισοξηρούχη. Με οδηγό την παράδοση και το θρύλο θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τη ζωή και τη δράση αυτού του μεγάλου και φημισμένου αγωνιστή. Η παράδοση τον παρουσιάζει σαν ατρόμητο και με υπρφυσικές δυνάμεις πολεμιστή που σκότωσε ακόμη και θεριό.

Δυστυχώς η ιστορία συχνά εστιάζει μόνο σε άτομα που μονοπωλούν τα φώτα δημοσιότητας και αγνοεί σημαντικούς ανθρώπους όπως τον ήρωα που τιμούμε σήμερο.

Το πραγματικό του όνομα είναι Ξενοφών Χαρίσος (ίσως Χαρισάκης). Το Ξενοφών στα Σφακιά το έλεγαν τότε Ξηρούχης και απο αυτό προέρχεται και το επίθετο Ξηρουχάκης.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άϊ- Γιάννη των Σφακιών, υποθέτω στα 1840-45 σε ένα χωριό 800 μέτρα ύψόμετρο στη δυτικές πλαγιές των Λευκών Ορέων με ξεχωριστούς κατοίκους, μοναδικούς στα ριζίτικα και φημισμένους για τη σωματική τους ρώμη και κορμοστασιά.

Θαυμάστε τον Χαρισοξηρούχη, στη φωτογραφία που παραθέτουμε, παράστημα και λεβεντιά, υποθέτω γύρω στα 55 του, με τ’ αρματά του, λιτά και φοβερά στολίδια του επαναστάτη.

Την εποχή που μεγάλωνα στα Σφακιά, ο θρύλος του Χαρίσου ήταν πολύ έντονος χωρίς να γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τη δράση του. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος αυτός βρέθηκε και πολέμησε στο ατμόπλοιο ΑΡΚΑΔΙ κατά τη τελευταία ναυμαχία που έδωσε μεταξύ Αγίας Ρουμέλες και Παλαιόχωρας που κατέληξε στη καταστροφή και αιχμαλωσία του φημισμένου πλοίου.

Πρωταρχικό ρόλο στην επανάσταση του 1866 έπαιξε ο ανεφοδιασμός και η βοήθεια στον αγώνα της Κρήτης που έγινε απο την ελεύθερη Ελλάδα.

Η Κεντρική Επιτροπή της Αθήνας με τη βοήθεια της «Ελληνικής Ατμοπλοΐας» Σύρου ανέλαβε τον ανεφοδιασμό της Κρήτης με τα ατμόπλοια ΑΚΑΔΙ, ΚΡΗΤΗ και ΕΝΩΣΙΣ. Το ατμόπλοιο ΑΡΚΑΔΙ είναι ένα ιστορικό για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για τη Κρήτη τροχήλατο πλοίο. Ήταν ελαφρύ καταδρομικό που αγοράστηκε με χρήματα των Ελλήνων ευεργετών για τις ανάγκες της Κρητικής Επανάστασης στις αρχές του 1867. Το ονομά του οφείλεται στο θρύλο της θυσίας των αγωνιστών της Μονής του Αρκαδίου που συνέβη λίγους μήνες πρίν. Παρά το σκληρό αποκλεισμό της Κρήτης από το Τουρκικό ναυτικό και τις απειλές της Τουρκίας πρός την Ελληνική κυβέρνηση με πόλεμο, το ΑΡΚΑΔΙ, κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του των 8-9 μηνών, πραγματοποίησε 23 ταξίδια (Ιστορία Β. Ψιλλάκη) και έγινε θρυλικό για τα κατορθώματά του ώστε απέκτησε τη φήμη του "άτρωτου" και πήρε το όνομα «Σεϊτάν βαπόρ» από τους Τούρκους. Χρησιμοποιήθηκε για την μεταφορά πυρομαχικών, εφοδίων, εθελοντών, αλλά και για τη μεταφορά προσφύγων.

Θα επικεντρωθούμε στη τελευταία ναυμαχία του πλοίου που κατέληξε στη καταστροφή και τη ρυμούλκισή του στη Κωνσταντινούπολη, πρώτα όπως περίπου μπορει να τη βρει κάποιος ανατρέχοντας στις standard ιστορικές πηγές και ύστερα όπως τη περιγράφει ένα σπάνιο, ανέκδοτο τοπικό τραγούδι, το «Τραγούδι του Χαρίσου».

Στις 4 Αυγούστου 1867 το ΑΡΚΑΔΙ με με πλοίαρχο τον Κουρεντή, ξεκίνησε από τον Πειραιά. Αγκυροβόλησε βράδυ (μετά απο δυό μερες περίπου) στον όρμο της Αγία Ρούμελης των Σφακιών.

Ενώ εξεφόρτωνε πυρομαχικά εντοπίστηκε από το Τουρκικό πολεμικό πλοίο ΙΤΖΕΔΙΝ και το ΑΡΚΑΔΙ για να ξεφύγει ανοίχτηκε βαθιά στο πέλαγος, και ολόκληρη την επόμενη μέρα την πέρασε κρυμμένο πίσω από το νησί της Γαύδου.

Το βράδυ επέστρεψε στον όρμο της Αγίας Ρούμελης και άρχισε πάλι να ξεφορτώνει. Ξαφνικά φάνηκε πάλι το ΙΤΖΕΔΙΝ, που οι ναυτικοί μας το έλεγαν και «ξεκατινιάρη», απο μια ιδιομορφία που είχε όταν αρμένιζε που το έκανε ξεχωριστό. Μόλις αντιλήφθηκε το ΑΡΚΑΔΙ έδωσε σήμα σε δυο τουρκικές φρεγάτες που ήταν αγκυροβολημένες κοντά και αμέσως άρχισαν την επίθεση. Το ΑΡΚΑΔΙ κανονιοβολούμενο και κανονιοβολώντας απέφυγε τις δύο φρεγάτες και χωρίς καμία ζημιά εξακολούθησε να προχωρά προς τα δυτικά, δηλαδή πρός τη Παλιόχωρα. Τότε ένα βόλι έπληξε και κατέστρεψε τον δεξιό τροχό του ΑΡΚΑΔΙΟΥ. Η ταχύτητα του πλοίου μειώθηκε σημαντικά, και το ΑΡΚΑΔΙ διέτρεχε τον κίνδυνο να συντριβεί από την πλώρη του ΙΤΖΕΔΙΝ, που ήδη το είχε πλησιάσει πολύ. Τα πλευρά των δυο πλοίων είχαν κολλήσει μεταξύ τους και τα πληρώματα πολεμούσαν με τα όπλα στα χέρια. Τότε 50 άτομα απο τους εθελοντές που μετέφερε το πλοίο μπήκαν στις βάρκες για να σωθούν, αυτές όμως αναποδογύρισαν και περίπου 50 άτομα πνίγηκαν. Όταν τα πλοία ξεκόλλησαν το ΑΡΚΑΔΙ είχε πάθει μεγάλες ζημιές. Βλέποντας, λοιπόν, ο Κουρεντής τη θέση στην οποία βρισκότανε αυτοί και το πλοίο, έριξε το πλοίο στη ξηρά, στην αμμώδη ακτή της Παλιόχωρας, όπου και προσάραξε. Το πλήρωμα πήδηξε στην ξηρά και από το αμπάρι του πλοίου βγήκαν οι άμαχοι (γυναικόπαιδα) που είχαν επιβιβαστεί στην Αγία Ρούμελη. Κατά την αποβίβαση το πλήρωμα (ή μερικοί Κρητικοί απο τη στεριά που παρακολουθούσαν τη ναυμαχία) έβαλαν φωτιά στο πλοίο, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων. Η φωτιά του προξένησε σημαντικές ζημιές, αλλά δεν κάηκε εντελώς. Οι Τούρκοι, αφού ρυμούλκησαν ότι είχε μείνει από το ΑΡΚΑΔΙ, το μετέφεραν στο Κεράτιο κόλπο στη Κωνσταντινούπολη, ως τρόπαιο της νίκης τους, αλλά κυρίως σαν πειστήριο της εμπλοκής και της βοήθειας που παρείχε η Ελληνική κυβέρνηση στη Κρητική επανάσταση.

Ακούστε τώρα πως περιγράφει τη ναυμαχία αυτή το ανέκδοτο τργούδι που είναι γνωστό ως το Τραγούδι του Χαρίσου. Το τραγούδι αυτό ήταν κτήμα ολίγων. Το άκουσα απο τον Πατέρα μου Ανδρέα και το Θείο μου Θοδωρή, βαθείς γνώστες της παράδoσης και της ιστορίας του τόπου μας και νοερά αφιερώνω στη μνήμη τους τη συμβολή του τραγουδιoύ στη αποψινή εκδήλωση.

Το έτος 67.......

απ’ τον Περαία ξεκινά το παινεμένο "Αρκάδι".

Μά 'ταν η μέρα Κυριακή κι ήταν κακή η ώρα,

τη μέρα που ξεκίνησε να κατεβεί στη χώρα.

Kαι ζώνουν το στο πέλαγος τα Τούρκικα καράβια,

μα δεν επαραδίνουν τo γιατ’ έχει παλληκάρια.

Μεσά ‘τανε τρεις Σφακιανοί που χάρο δε φοβούνται,

κι όσοι και α(ν) τζοι γνωρίσανε πάντα θα τσοι θυμούνται.

Είν' ο Χριστοδουλόρουσιος κι ο ξακουστός Χαρίσος,

όπου δεν άφηνε δουλειά να του πομείνει πίσω.

Σημείωση:

Ο Χριστοδουλόρουσιος είναι ο Ρούσιος Χριστοδουλάκης (1840-1895), μέλος σημαντικής οικογένεις απο το Ασκύφου, αρχηγός του ανατολικού διαμερίσματος των Σφακιών στην επανάσταση του 1877. Εκλέχτηκε βουλευτής της επαρχίας Σφακίων. Εξορίστηκε απο τους Τούρκους στη Ρόδο για τη πατριωτική του δραστηριότητα. Δολοφονήθηκε απο ομάδα Οθωμανών στον Αλικιανό το 1895.

Και συνεχίζει το τραγούδι:

Ο τρίτος ήτανε Τζαρδής, γροικά Μαρκομανώλης,

που έλεγε του Σουρμελή: Δεν πάμε εμεις στη Πόλη.

Ο Τζαρδής ήτανε φημισμένος πλοηγός. Ο Σουρμελής (ο πιό γνωστός καπετάνιος των πλοίων που είχαν αναλάβει τον εφοδιασμό του Κρητικού αγώνα) στα Απομνημονευματά του απονέμει μεγάλο έπαινο στους ναυτικούς οδηγούς. Γράφει: « και είναι τόσο πολύ γνώστες της κρητικής παραλίας που είναι αρκετό ακόμη και στο βαθύ σκοτάδι να παρατηρήσουν ένα μικρό τμήμα της ξηράς για να μας οδηγήσουν σε οποιοδήποτε λιμανάκι εθέλαμε με αλάνθαστη βεβαιότητα.» Ανώτερος όλων ήταν ο Εμμανουήλ Τζαρδής, του οποίου η ικανότητα και η γνώση των κρητικών παραλίων, σπιθαμή προς σπιθαμή, ήταν εφάμιλλος της σπανιώτατης και ψυχραίμου γενναιότητάς του (Ιστορία Β. Ψιλλάκη).

Για το Χαρίσο λέει το τραγούδι:

Στέκει ο Χαρίσος πολεμά στο μεσιακό κατάρτι,

κι απ’ τον καπνό του μπαρουτιού μαυρίζει σαν αράπης.

Αλάχι εφωνάζανε κι ελέγανε οι Τούρκοι,

θαρρώ πως είναι τουτοσές ο Χαρισοξηρούχης.

Το εδάφιο αυτό δείχνει ότι κάποια στιγμή τα πλοία είχαν πλησιάσει πολύ και η ναυμαχία εξελίχτηκε σε πόλεμο με τα όπλα όπως στη στεριά. Επίσης δείχνει το τρόμο που προξενεί ο Χαρίσος μόνο με την εμφάνισή του.

Κι ο Σουρμελής των έλεγε: Παιδιά μου, θα χαθούμε,

λευκή σημαία υψώσετε για να παραδοθούμε.

Εδώ ο λαϊκός ποιητής είναι σίγουρο ότι συγχέει το πλοίαρχο του Κουρεντή, που τότε βρισκόταν στο ΑΡΚΑΔΙ, με τον πλέον γνωστό από τους πλοιάρχους, τον Σουρμελή. Σημειώνουμε επίσης ότι στα πλοία αυτά του ανεφοδιασμού της Κρήτης οι καπετάνιοι εναλλάσσονταν και έτσι δικαιολογείται η σύγχυση. Στο τραγούδι φαίνεται ότι ο πλοίαρχος όταν είδε ότι δεν είχε ελπίδες να ξεφύγει και ότι το πλοίο εκινδύνευε να βυθιστεί σκέφτηκε να παραδοθεί για να γλυτώσει (τουλάχιστο προσωρινά) το πλήρωμα και τους άμαχους που μετέφερε.

Και συνεχίζει το τραγούδι:

Μα ο Χαρίσος τού ‘λεγε: Σώπα για θα σε σφάξω,

κι εκειά στο ρέμα του γυαλού μέσα θα σε πετάξω.

Kι άφησ' με να πολεμώ, ως είμαι μαθημένος,

μα ζωντανός δεν πιάνομαι, γιατ’ είμαι ορκισμένος.

Εδώ ο λαϊκός τραγουδιστής εξυμνεί το πείσμα και τη παλληκαριά του Χαρίσου και τον εμφανίζει ως ορκισμένο επαναστάτη.

Παρενθετικά αναφέρω ότι αργότερα ο Χαρίσος αφηγούμενος τη ναυμαχία έλεγε στους χωριανούς του: «Το μόνο πράγμα που φοβήθηκα ήταν μην πέσει καμμιά βόμβα στα πυρομαχικά που είχαμε στ’ αμπάρι και τιναχτούμε στον αέρα».

Και συνεχίζει το τραγούδι:

Ήταν η μέρα Σάββατο στο τέλος τση βδομάδας,

που φάνη απ’ τα Εννιά Χωριά μια Ρώσσικη μπουρμπάδα

και φέρνει το παράγγελμα, διαταγή του Τσάρου,

ν’ αφήσουνε το πλήρωμα και το καράβι ας πάρουν.

Εδώ υπάρχει μια δεύτερη εκδοχή για το τέλος της ναυμαχίας, ότι ένα Ρώσικο πολεμικό επενέβη τη τελευταία στιγμή και έσωσε το πλήρωμα και τα γυναικόπαιδα που είχε παραλάβει το ΑΡΚΑΔΙ απο την Αγία Ρουμέλη. Ας μην ξεχνούμε ότι αυτη την εποχή οι μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλία, Ρωσία) επόπτευαν την περιοχή και φυσικά προς χάριν των συμφερόντων τους ασκούσαν διαιτησία. Πρoσωπικά θεωρώ την εκδοχή του τραγουδιού ότι ένα Ρωσικό πολεμικό επενέβη τη τελευταία στιγμή και έσωσε το πλήρωμα πλέον φυσιολογική απο εκείνη της προσάραξης.

Διαφορετικά, φαίνεται πολύ δύσκολο πως το ΑΡΚΑΔΙ με τόσο σοβαρές ζημιές και καταδιωκόμενο απο τρία πολεμικά πλοία μπόρεσε να ξεφύγει και μάλιστα κατόρθωσε να διαλέξει για προσάραξη μια τόσο βολική και αμμώδη παραλία δεδομένου ότι όλες οι ακτές από Αγία Ρουμέλη ως τη Παλαιόχωρα είναι πολύ απόκρημνες, βραχώδεις και ακατάλληλες να αράξει πλοίο και να αποβιβάσει το πληρωμά του (εκτός αυτής). Αλλά ακόμη και στη περίπτωση της προσάραξης, αυτή υποθέτω ότι θα έγινε σε βάθος θάλασσας πάνω απο δύο μετρα και είναι δύσκολο να σκεφτούμε πως κατάφερε να αποβιβάσει πλήρωμα και γυναικόπαιδα με σχετικά μικρές απώλειες και μάλιστα υπό τη πίεση τριών Τούρκικών πολεμικών πλοίων! Ας σημειώσουμε ότι τουλάχιστον απο τον άμαχο πληθυσμό ελάχιστοι θα εγνώριζαν κολύμπι.

Ως πλέον φυσιολογικό φαίνεται η προσάραξη και η αποβίβαση να έγινε υπό τη προστασία Ρώσικου πολεμικού πλοίου, και το άγνωστο τραγούδι του Χαρίσου δίδει την πλέον αληθοφανή και αληθινή εικόνα για το τέλος της ναυμαχίας.

Μετά από τη ναυμαχία αυτή δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για τον Χαρίσο. Μετά το τέλος της μεγάλης επανάστασης του 1866-69, φαίνεται ότι ο Χαρίσος, ακολουθώντας τη μοίρα πολλών Σφακιανών, εγκατέλειψε το κατεστραμένο χωριό του τον Αϊ Γιάννη. Ίσως το πατρικό του σπίτι να ήταν κατεστραμμένο, και άραγε πόσοι απο τους γονείς, αδέλφια και φίλους θα ήσαν ζωντανοί;

Ας θυμηθούμε το αντίστοιχο απόσπασμα του Β. Ψιλλάκη, που περιγράφει την καταστροφή της επαρχίας των Σφακιών το καλοκαίρι του 1867 απο τον Ομέρ ως εξής: «Μετά από αυτήν δεν υπάρχει πλέον στα Σφακιά κατάλυμα (σπίτι) ή ναός, φυτεία ή κτήνος ή πρόβατο. Δεν λαλεί πετεινός. Παντού στάκτη και φρικτή ερημία.»

Ο Xαρίσος φαίνεται ότι γύρω στα 1870 άφησε τα Σφακιά και αναζήτησε νέο τόπο διαμονής στην περιοχή της σημερινής επαρχίας του Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνης. Το 1885 απέκτησε το μοναδικό του γιό, τον Γιάννη.

Ως ορκισμένος επαναστάτης υποθέτω ότι έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1877, όπου ο Χριστοδουλόρουσιος, συμπολεμιστής του στο ΑΡΚΑΔΙ, ήταν αρχηγός του ανατολικού διαμερίσματος των Σφακιών. Επίσης έλαβε μέρος και στην επανάσταση του 1889. Μετά απο αυτή την επανάσταση κυνηγημένος από τους Τούρκους ακολουθώντας τη μοίρα πολλών επαναστατών αναγκάστηκε να εγκαταλείψει πάλι τον τόπο του και έφυγε στην Αθήνα.

Εκεί συνέδεσε τ’ όνομά του με το θρυλικό κατόρθωμα που «σκότωσε το θεριό» στο Μαραθώνα.

Αν και αυτός ο άθλος δεν είναι μεγαλύτερος από τα ηρωϊκά κατορθώματα του μεγάλου πολεμιστή που πέρασε όλη τη ζωή του στην επανάσταση (μόλις που πρόλαβε και έκανε ένα παιδί, το οποίο αναγκάστηκε να εγκαταλείψει σε ηλικία 5-6 χρονών) είχε τρομακτική απήχηση και του έδωσε περισσότερη φήμη απ’ ότι η συμμετοχή του στις επαναστάσεις.

Θα σας πω αυτη τη ιστορία, που είναι αληθινή, όπως την άκουγα μικρός απο τον Πατέρα μου, σαν ένα απο τα παραμύθια για θεριά δράκους και ηρωϊκούς πολεμιστές.

« Οταν ήτανε ο Χαρίσος στη Αθήνα βρέθηκε με παρέα και πίνανε ένα βράδυ σ’ενα καφενείο κάπου στη Κηφισιά. Κάποια στιγμή ένας στο καφενείο άνοιξε τη κουβέντα ότι φάνηκε πάλι το θεριό στο Μαραθώνα που τρώει τα πρόβατα και τρομοκρατεί τους κατοίκους.

- Και γιάντα δε πάτε να το σκοτώσετε; του λέει ο Χαρίσος.

Και ο τρομοκρατημένος κάτοικος απάντησε ότι είναι πολύ επικίνδυνο και οτι το φοβούνται και πάνω στη συζήτηση κάποιος απευθύνεται στο Χαρίσο και του λέει:

- Και γιάντα δεν πάεις να το σκοτώσεις εσύ;

Και ο επαναστάτης Χαρίσος του αποκρίνεται αμέσως:

- Ε! αύριο κιόλας θα πάω να το σκοτώσω!

Όταν έφυγε και πήγε στο σπίτι του άρχισε την ετοιμασία, εγέμισε το ντουφέκι του (εμπροσθογεμές) με μπόλικο μπαρούτι, έβαλε μέσα βόλια και μπρόκες. Το πρωϊ που ξύπνησε σκέφτηκε τι παράτολμο έργο ανέλαβε και ότι το βράδυ που πήρε τη γενναία απόφαση ήτανε και πιωμένος, αλλά είχε δώσει το λόγο του και δεν μπορούσε να τον αρνηθεί. «Οι άντρες φαίνονται απο το λόγο τους» Η διήγηση λέει ότι όταν πήγε στο Μαραθώνα οι κάτοικοι του υπέδειξαν το μέρος που ήτανε το θεριό. Όλο το χωριό ήταν μεζεμένο και παρακολουθούσαν από απόσταση τον Χαρίσο που κατευθυνότανε σε μια πυκνή συστάδα δένδρων και θάμνων για να σκοτώσει το θεριό. Όταν πλησίασε αρκετά άκουσε το σούρσυμό του και ένα τεράστιο και χοντρό φίδι ξεπρόβαλε από τα δένδρα και κατευθυνότανε εναντίον του. Ο Χαρίσος οχυρώθηκε σ’ ένα μεγάλο βράχο και περίμενε το θεριό . Όταν πλησίασε αρκετά με ανοιχτο το στόμα, του άδειασε το ντουφέκι. Το θεριό έπεσε και σπαρταρούσε από τη μια μεριά του βράχου και ο Χαρίσος από την οπισθοδρόμηση του ντουφεκιού έπεσε απο την άλλη. Τότε οι κάτοικοι έτρεξαν να τον γλυτώσουν, γιατί όπως σπαρταρούσε το θεριό τον χτυπούσε με την ουρά του.

Το κατόρθωμα αυτό πήρε τις επόμενες μέρες θρυλικές διαστάσεις στην Αθήνα με αποτέλεσμα να τον καλέσει ο Βασιλιάς (Ο Γεώργιος ο Α’) στο παλάτι.

Ο Βασιλιάς ρώτησε τον Χαρίσο τι χάρη θέλει να του κάνει και αυτός του απάντησε:

- Να βαστώ τ' άρματά μου όπου και να πάω.

Αυτή είναι η ιστορία του Χαρίσου που σκότωσε το θεριό. Αυτός είναι ο Χαρισοξηρούχης. Αυτοί είναι οι πολεμιστές που μας χάρισαν την ελευθερία.

Αντίθετα με το πρόσφατο παρελθόν που στη χώρα μας κυριάρχησε το πάθος για χρήμα και την εύκολη δόξα και μας οδήγησαν σε αυτή τη δεινή θέση που βρισκόμαστε.

Σήμερα ποιός θα σκοτώσει το Θεριό;

Γιάννης Α. Πολυράκης.

ΣΧΟΛΙΑ (Αντρέας Π. Χατζηπολάκης):

1. Το Τραγούδι είναι αθησαύριστο και πολύ σημαντικό για τις ιστορικές πληροφορίες που αναφέρει, για την ύπαρξη δηλαδή του Ρώσικου πλοίου, που δεν μαρτυρείται από άλλες πηγές.

Ο πρώτος στίχος, που είναι ελλιπής ( Το έτος 67.......) μάλλον θα ήταν:

Το έτος εξήντα εφτά, μια Κυριακή το βράδυ

και έτσι θα είχε ρίμα με τον δεύτερο:

απ’ τον Περαία ξεκινά το παινεμένο "Αρκάδι".

2. Όσον αφορά την παράδοση με το θεριό, είναι ευρέως γνωστή στα Σφακιά, και όντας προφορική, διαφέρει στις λεπτομέρειες. Την έχω καταγράψει από τον πατέρα μου στην Ανώπολη το 1988(*). Παρόμοιες παραδόσεις δρακοντοκτονίας (μοτίβο: σκότωμα δράκου (θεριού, φιδιού) που εμποδίζει την υδροληψία) έχομε διάφορες στην Ελληνική Λαογραφία και ειδικά στην Κρητική έχομε τη δρακοντοκτονία του Θεριού της Ζόμιθου από τον Ανωγειανό Μανουρά [δες ΕΔΩ].

(*) Ο ΧΑΡΙΣΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ. Πληροφορητής: Παύλος Π. Χατζηπολάκης (Ανώπολη, 1988). Απομαγνητοφωνημένο κείμενο.

Ο Χαρίσος. Στην Αθήνα ηλέγανε πως ήτονε ένα θεριό και δεν ευρίχνουντονε άθρωπος να το σκοτώσει κι αυτός είπε αποσπέρας ότι "εγώ θα πάω το πρωί να το σκοτώσω".

Και το πρωί πραματικώς επήγε. Το πρωί το μετάγνωσε αυτός, αλλά εντρέπουντονε και να γυρίσει πίσω. Κι εσιάξανε ένα δρουμπούνι, του βάλανε καρφιά μέσα κι επήγε εκεί στο μέρος που ήτονε το θεριό.

Ότινα 'χα πάει άθρωπος εκειά, τον έτρωε. Λοιπός, επήε αυτός κι επερίμενε κι έπειτα, λέει, το θεριό επήγαινε προς τα πάνω ντου. Και του τσαχτίζει, να πούμε, το δρουμπούνι και τα πήρε στη μπούκα και το σκότωσε το θεριό. Αλλά αυτός εδηλητηριάστηκε. Είχε μαγνήτη το θεριό και τον ετράβα προς το μέρος του. Τον ετράβα το θεριό, να πούμε, αλλ' αυτός έβαλε τα πόδια ντου αντισκάρι και του παίζει με το δρουμπούνι και το σκότωσε, κι εκαταχτύπα εκειά την ορά ντου, να πούμε, κι αυτόν τον επήρανε λιγοθυμισμένο. Τον επήγανε στο γιατρό, έγινε καλά...

Και του 'πε ο βασιλιάς:

-- Ίντα δώρο θέλεις να σου κάμω τώρα;

Κι αυτός, να πούμε, ίντα να ζητήξει; Λεφτά; Εντράπηκε, να μην πει εδά, να πούμε, πως επήε γιανά πάρει λεφτά να χάσει τη ζωή ντου. Και του λέει:

-- Δε θέλω τίποτα, λεει, παρά να βαστώ τ' άρματά μου όπου πάω ελεύτερα.

Κι εβάσττα πραματικώς το ντουφέκι ντου, ένα κοντό μαλιχέρι, με τ' ασήμια - τού 'χε ασήμια απάνω - με το φυσεκλίκι και το βάστα ώστε απού 'πόθανε.

Ερώτηση (δική μου):

-- Από που ήτονε αυτός ο Χαρίσος;

Απάντηση:

-- Αυτός ήτονε από τον Άη Γιάννη. Από τον Άη Γιάννη ήτονε κι εκάθουντονε στην Καλή Συκιά [Ρεθύμνης].


Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

ΔΡ. ΙΑΣΩΝ ΔΡΑΓΑΣΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ. ΕΝΑΣ ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ ΑΛΤΡΟΥΪΣΤΗΣ

Δρ Ιάσων Δραγάσης Παλαιολόγος. Ένας ιδεολόγος αλτρουϊστής

Της Βέρας Παπαδάκη.

Ο Ιάσων Δραγάσης Παλαιολόγος, άγνωστος στην εποχή μας, ήταν ένας ιδεολόγος ανθρωπιστής, που θυσίασε την τεράστια περιουσία του για την Ελλάδα.

Φλογερός πατριώτης, ζυμωμένος και θρεμμένος με τους πόθους και τα όνειρα των Ελλήνων για ελευθερία, έδωσε την παρουσία του στους Βαλκανικούς πολέμους και στην Μικρασιατική εκστρατεία και όχι μόνο.

Ο Ιάσων ή Ιωάννης Δραγάσης γεννήθηκε στη Σίφνο το 1879. Το οικογενειακό του επίθετο ήταν Δραγάτσης, ο ίδιος όμως πρόσθεσε το " Παλαιολόγος ", καθώς ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου λεγόταν Δραγάσης, ίσως από θαυμασμό ή " φιλοδοξία ".

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στην ιατρική σχολή των Παρισίων, καθώς και στο Ινστιτούτο Pasteur με ειδικότητα χειρουργός ορθοπεδικός. Είχε ακόμη δίπλωμα από τη Γυμναστική σχολή Φυσιοθεραπευτικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκτός από το πάθος του για την ιατρική, ασχολήθηκε με την πολιτική και υπήρξε πρόεδρος του Πανελληνίου Πατριωτικού Συνδέσμου και του Συλλόγου των Ελλήνων Φοιτητών στο Παρίσι.

Η πατριωτική του δράση αρχίζει με την κήρυξη των Βαλκανικών πολέμων το 1912.

Τότε ήταν εγκατεστημένος στο Παρίσι, όταν απεφάσισε να οργανώσει ένα τάγμα εθελοντών, συγκεντρώνοντας εξήντα Έλληνες πατριώτες, κυρίως εργαζομένους σε εργοστάσια, από διάφορες πόλεις. Κατέβαλε επίδομα στις οικογένειες τους και ανέλαβε όλα τα έξοδα μεταφοράς τους στην Ελλάδα. Στις 12 Οκτωβρίου 1912 έφθασαν στον Πειραιά και αναχώρησαν με τα πρώτα τμήματα του στρατού με προορισμό τη Μακεδονία για να πολεμήσουν.

Εν τω μεταξύ είχε σχεδιάσει την εγκατάσταση και λειτουργία ενός χειρουργείου για τη νοσηλεία των τραυματιών του πολέμου με δικές του αποκλειστικά δαπάνες. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, οι τραυματίες ανέρχονταν σε πολλές δεκάδες χιλιάδων, ενώ τα νοσοκομεία και το ιατρικό προσωπικό δεν επαρκούσαν για την περίθαλψή τους. Όταν το Υπουργείο Στρατιωτικών έμαθε για την άφιξη της αποστολής του Δραγάση στον Πειραιά, ο οποίος την είχε θέσει στη διάθεση της βασίλισσας Όλγας, διέταξε να κατευθυνθεί στις Υγειονομικές αρχές της Θεσσαλονίκης και να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες του πολέμου.

Οι Υγειονομικές υπηρεσίες της ελεύθερης πια Θεσσαλονίκης εγκατέστησαν το φορητό νοσοκομείο στο υποκατάστημα της τράπεζας Μυτιλήνης, η οποία είχε παύσει να λειτουργεί από το 1911. Το κτίριο έπειτα από κοπιώδεις εργασίες διαμορφώθηκε σε θαλάμους ασθενών και άρχισε να λειτουργεί από τις αρχές του Νοέμβρη του 1912 ως παράρτημα του Β' Στρατιωτικού νοσοκομείου, ο διευθυντής του οποίου αρχίατρος Αιγινήτης συνεργάσθηκε στενά με τον Δραγάση.

Πολύτιμη συνεργάτρια στο έργο του ο Δραγάσης είχε τη μνηστή του κόμισσα Ευγενία Καπνίστ, γνωστή ποιήτρια της εποχής, η οποία εγκατέλειψε τα φιλολογικά Παρισινά σαλόνια και παρέμεινε στο πλευρό του, αληθινός άγγελος παρηγοριάς για τους εκατοντάδες τραυματίες του πολέμου. Η Ευγενία Καπνίστ, την οποία παντρεύτηκε αργότερα, ήταν εγγονή του μεγάλου Ρώσου ποιητή Βασιλείου Καπνίστ ( 1757 - 1823 ) και γόνος της οικογένειας των κομίτων Καπνίστ από τη Ζάκυνθο, αγωνιστών κατά την επανάσταση του 21. Νοσοκόμες στο χειρουργείο είχε τη μνηστή του, τη θεία της Νίνα Ομπαλένσκυ και την ανηψιά της Νίνα Αρσένιεφ, κόμισσες από τη Ρωσία.

Το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού του φορητού νοσοκομείου προερχόταν από την κλινική του στο Παρίσι, προσθέτοντας άλλα τριάντα κρεβάτια, μία πελώρια σκηνή και μεγάλες ποσότητες από κλινοσκεπάσματα, βαμβάκι, φάρμακα, χειρουργικά εργαλεία και μηχανήματα. Ο Δραγάσης έφερε μαζί του και δύο κιβώτια αντιφυματικού, αντιτετανικού, αντιχολερικού και αντιπανωλικού ορρού καθώς και δαμαλίδος, τα οποία του έδωσε ο ακριβός του φίλος Ilya Ilyich Metchnikoff, διάσημος βιολόγος και ερευνητής ( βραβείο Nobel ιατρικής 1908 ).

Όλο αυτό το υλικό, συσκευασμένο σε κιβώτια, έφθασε στον Πειραιά στις 6 Νοεμβρίου 1912, με ατμόπλοιο της Messageries Maritimes, συνοδευόμενο από τον Ιάσωνα Δραγάση και την Ευγενία Καπνίστ. Τις δαπάνες μεταφοράς από το Παρίσι είχε αναλάβει η κόμισσα Αικατερίνη Καπνίστ μητέρα της Ευγενίας. Κατά το διάστημα των δεκατριών μηνών που λειτούργησε το νοσοκομείο, καταναλώθηκαν 650 οκάδες πετρελαίου για την παρασκευή 800 λουτρών, 1500 κιλά σιρόπι, 2000 κιλά αφεψήματα, 20000 κύπελλα τσάι, καφέ,τίλλιου, 3000 μέτρα γάζες 2000 επίδεσμοι, 600 κιλά βαμβάκι, 350 κιλά οινόπνευμα, 30 κιλά ιώδιο, 300 οκάδες κονιάκ, 25000 ξηρία, κ.ά. Ο Δραγάσης εργαζόταν υπεράνθρωπα, μέρα και νύχτα, δίπλα στους τραυματίες του, χειρουργούσε και συνάμα προσπαθούσε να τους εμψυχώσει.

Η μοναδική βοήθεια που έλαβε από τις αρχές, ήταν η χορηγία του μεσημεριανού φαγητού από το Β' Στρατιωτικό νοσοκομείο , με τη συνδρομή του αρχίατρου Αιγινήτη.

Όλες τις άλλες δαπάνες για τη λειτουργεία του νοσοκομείου ( θέρμανση, φωτισμό ) κατέβαλε ο Δραγάσης, ξοδεύοντας 65 χιλιάδες δραχμές.

Το νοσοκομείο είχε δύο τμήματα, το κυρίως Ελληνικό και το Σερβικό για τους Σέρβους.

Στο Σερβικό τμήμα ο Δραγάσης ενοσήλευσε περί τους 150 Σέρβους τραυματίες και ασθενείς πάσχοντες από τύφο και για τις υπηρεσίες του ο βασιλιάς της Σερβίας Αλέξανδρος του απένειμε το παράσημο του Αγίου Σάββα.

Εκτός από τις ιατρικές του υπηρεσίες περιέθαλψε τρεις χιλιάδες πρόσφυγες από τις βόρειες περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης, που έφθαναν πανικόβλητοι μέσα στο χειμώνα και έβρισκαν καταφύγιο στους ναούς της Θεσσαλονίκης. Πολλοί απ` αυτούς υπέφεραν από λοιμώδεις ασθένειες, από τις κακουχίες και την έλλειψη στοιχειώδους υγιεινής. Τις παραμονές του νέου έτους το νοσοκομείο επισκέφθηκαν η βασίλισσα Όλγα και η πριγκήπισσα Αλίκη, συνοδευόμενες από την κυρία Μπαλτατζή, για να γνωρίσουν το ευγενικό ζευγάρι με το μεγάλο φιλανθρωπικό έργο. Επίσης ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ο αρχιρραβίνος Μέιρ, οι πρόξενοι του Βελγίου, της Γαλλίας, της Ρωσίας, της Σερβίας, ο στρατηγός Βάσιτς, οι αρχίατροι Χωματιανός, Αναστασόπουλος, Μωραΐτης και ο Μανούσος, γενικός επιθεωρητής των νοσοκομείων, επισκέπτονταν συχνά το νοσοκομείο.

Ενδιάμεσα το καλοκαίρι του 1913 η Ευγενία Καπνίστ ταξίδεψε στο Παρίσι, για να προμηθευτεί νοσηλευτικά είδη, τα οποία έφερε στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του Ιούλη.

Κατά την παραμονή της στο Παρίσι έδωσε διάλεξη για τις νίκες του Ελληνικού στρατού, για την πόλη της Θεσσαλονίκης και για τα συγκλονιστικά γεγονότα που έζησε περιθάλποντας εκατοντάδες τραυματίες με τόση αυταπάρνηση. Η διάλεξη είχε μεγάλη απήχηση μεταξύ των επιφανών Γάλλων ακροατών, δοθέντος ότι την εποχή εκείνη οι Βούλγαροι διενεργούσαν έντονη προπαγάνδα, για να προσελκύσουν με το μέρος τους τη συμπάθεια των ξένων, συκοφαντώντας την Ελλάδα.

Το Νοέμβριο του 1913, κατά διαταγήν του Στρατηγείου, το χειρουργείο μεταφέρθηκε στην έπαυλη Αλλατίνι, ως παράρτημα του Δ' Στρατιωτικού νοσοκομείου.

Μετά το τέλος του πολέμου ο Δραγάσης έθεσε στη διάθεση της βασίλισσας Σοφίας ολόκληρο τον εξοπλισμό του νοσοκομείου του. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα του, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος απένειμε στο Δραγάση και στη μνηστή του " μετάλλεια στρατιωτικής αξίας ", ο δε Ελευθέριος Βενιζέλος " δίπλωμα τιμής και ευγνωμοσύνης του έθνους". Το 1914 ο Δραγάσης Παλαιολόγος επέστρεψε στη Γαλλία και άρχισε να εργάζεται στο νοσοκομείο Νεκέρ, βοηθός του καθηγητή Ντελμπέ.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα τύμπανα του πολέμου άρχισαν πάλι να κτυπούν με την κήρυξη του Α' Παγκοσμίου πολέμου.

Ο Δραγάσης εγκατέλειψε για δεύτερη φορά την καρριέρα του στο Παρίσι και κάλεσε τους Έλληνες της Γαλλίας να πολεμήσουν στο πλευρό των Γάλλων, οργανώνοντας Ελληνικό τάγμα, το οποίο προσαρτήθηκε στη λεγεώνα των ξένων. Το Ελληνογαλλικό αυτό τάγμα πήρε μέρος σε πολλές μάχες, στο Βερντέν, Ιζέρ, Μάρνη, Υπρ, κ.ά., τη δε σημαία του την προσέφερε στο Hotel des Invalides στο Παρίσι, όπου βρίσκεται σήμερα στην αίθουσα των σημαιών.

Ο Δραγάσης Παλαιολόγος ήταν φανατικός βασιλικός, λάτρευε τον Κωνσταντίνο και θέλοντας να συμβάλει στην επαναφορά του στο θρόνο, συγκρότησε οργάνωση με την επωνυμία "Ελληνικόν αίμα", η οποία όμως αποκαλύφθηκε και τα μέλη της συνελήφθησαν και εξορίσθηκαν στη Βαρκελώνη, καταφύγιο τότε των Κωνσταντινικών. Eκεί κατέφυγε και ο Δραγάσης με τη σύζυγό του Ευγενία.

Όταν ο Κωνσταντίνος επανήλθε στο θρόνο τον Δεκέμβρη του 1920, ο Δραγάσης οργάνωσε στη Βαρκελώνη δεύτερο στρατιωτικό χειρουργείο με δικές του πάντα δαπάνες, για την περίθαλψη των μαχητών της Μικρασιατικής εκστρατείας. Το χειρουργείο είχε δύο σκηνές από εικοσιπέντε κλίνες η καθεμία, και με εντολή του αρχιστρατήγου Παπούλα το εγκατέστησε στο Εσκί-Σεχίρ ( Δορύλαιο ) όπου λειτούργησε μέχρι το 1922.

Ο Δραγάσης και στη Θεσσαλονίκη και στη Μικρά Ασία είχε στο χειρουργείο του χωριστό ωτορινολαρυγγικό τμήμα για τα τραύματα της κεφαλής, βοηθούμενος από τον αρχίατρο Βασίλειο Δεκάζο.

Όταν ο Ελληνικός στρατός άρχισε να υποχωρεί, εξακολουθούσε να εργάζεται στο φορητό χειρουργείο του, θεραπεύοντας τους πρόσφυγες, μέχρι την άφιξη των Τούρκων, οπότε αναγκάσθηκε να το εγκαταλείψει με όλο το υγειονομικό υλικό.

Ο Δραγάσης και η σύζυγός του Ευγενία έμειναν μέχρι την τελευταία στιγμή στο Εσκί-Σεχίρ και έπειτα από τετραήμερη πορεία, διανύοντας απόσταση 400 χιλιομέτρων, οδήγησαν χιλιάδες πρόσφυγες στο λιμάνι των Μουδανιών, για να επιβιβαστούν στα πλοία για την Ελλάδα. Ο αρχηγός στρατιάς της Μικράς Ασίας σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη δράση του στη ζώνη των επιχειρήσεων, του απένειμε το " Αριστείον Ανδρείας", ο δε διάδοχος Γεώργιος Β' του εξέφρασε την ευαρέσκειά του.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στην αρχή στο Π. Φάληρο, στην τοποθεσία Ροδοδάφνη, και αργότερα στην οδό Ησιόδου 1, όπου διατηρούσε ιατρείο, περιθάλποντας κυρίως πρόσφυγες.

Το μεγάλο όνειρο του Δραγάση ήταν να κτίσει ένα νοσοκομείο αποκλειστικά για τους άπορους, που θα ήταν συγχρόνως φιλανθρωπικό ίδρυμα και επιστημονικό ερευνητικό κέντρο.

Το νοσοκομείο άρχισε να κτίζεται το 1931 με το όνομα " Η πόλις του Ελέους " σε δική του πευκόφυτη έκταση 25 στρεμμάτων, ΒΑ των Αθηνών, στο λόφο " Παναγία των Βλαχερνών ", κοντά στην Όμορφη Εκκλησιά, με προϋπολογισμό δεκατεσσάρων δισεκατομμυρίων δραχμών.

Η ιστορία του λόφου χάνεται στα βάθη των αιώνων. Η παράδοση αναφέρει ότι εκεί οι μέλισσες γέμιζαν με μέλι το στόμα του Πλάτωνα, όταν ήταν βρέφος. Στη σύγχρονη εποχή, οι Ιταλοί κατακτητές και οι Έλληνες αντάρτες στον εμφύλιο πόλεμο κατέστρεψαν το πευκόφυτο άλσος και το μετέτρεψαν σε χώρο εκτελέσεων. Εκεί δολοφόνησαν τη μεγάλη τραγωδό Ελένη Παπαδάκη.

Η αγορά του λόφου του ιδρύματος, ο εκβραχισμός και η ισοπέδωση δέκα στρεμμάτων, η κατασκευή υδραγωγείου 300 μέτρων, η μεταφορά χιλιάδων κυβικών μέτρων οικοδομικών υλικών, κόστισαν ένα εκατομμύριο λίρες Αγγλίας, από την προσωπική περιουσία του Δραγάση και της γυναίκας του, χωρίς καμμία κρατική βοήθεια.

Το κτίριο του νοσοκομείου ήταν Βυζαντινού ρυθμού, θα είχε επτά ορόφους με 1200 κλίνες και θα ήταν το μεγαλύτερο νοσοκομείο των Βαλκανίων αν ολοκληρώνονταν.

Μέχρι το 1940 είχαν ανεγερθεί τρεις όροφοι με 225 κλίνες και κατά τη διάρκεια της οκταετούς λειτουργίας του είχαν νοσηλευθεί 26600 ασθενείς, άποροι πρόσφυγες και εργάτες της Ν.Ιωνίας, του Περισσού, της Φιλαδέλφειας, της Καλογρέζας, του Ηρακλείου και του Γαλατσίου. Ο Δραγάσης τους παρείχε επί πλέον δωρεάν κατ`οίκον περίθαλψη και φάρμακα.

Το νοσοκομείο λειτουργούσε υπό την προεδρία του Δραγάση, με γραμματέα τη γυναίκα του Ευγενία. Επίτιμοι πρόεδροι ήσαν ο Μητροπολίτης Γεννάδιος Θεσσαλονίκης και ο Χρυσόστομος Αθηνών.

Πέντε μήνες μετά την εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα, η διοίκηση της Ρεάλ Ζανταρμερία της Αθήνας, διέταξε την παράδοση του νοσοκομείου με το υγειονομικό υλικό στον Ιταλό συνταγματάρχη της φρουράς Αγίων Αναργύρων,όπου τα πάντα λεηλατήθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Χαϊδάρι, τη Φιλαδέλφεια και το Χασάνι.

Όταν εξερράγη ο ανταρτοπόλεμος, μεγάλες ποσότητες οικοδομικού υλικού άρπαξαν οι αντάρτες, για να κατασκευάσουν οδοφράγματα και το Δεκέμβρη του 1944 οι περίοικοι πήραν ό,τι είχε απομείνει.

Μετά τη λήξη του πολέμου ο Δραγάσης ζήτησε από την κεντρική επιτροπή ανασυγκρότησης καταστραφέντων ιδρυμάτων κοινής ωφελείας κατά τη διάρκεια της κατοχής, δάνειο δεκατεσσάρων δισεκατομμυρίων δραχμών για την επισκευή του νοσοκομείου, αλλά δεν του εδόθη. Ο Δραγάσης Παλαιολόγος έφυγε από τη ζωή το 1959, μόνος, πικραμένος και απογοητευμένος. Η γυναίκα του Ευγενία είχε πεθάνει το 1942.

Φωτογραφίες

Ο Δραγάσης ήταν ένας από τους γιατρούς που ταρίχευσαν το σκήνωμα του Γεωργίου Α', μετά την δολοφονία του στην Θεσσαλονίκη. Στην καρτ-ποστάλ ο Δραγάσης εκφωνεί λόγο στους ασθενείς, στους τραυματίες και στο προσωπικό του νοσοκομείου του, μετά τη δοξολογία υπέρ του δολοφονηθέντος βασιλέως.

19 Ιουνίου 1913. Ένας στρατιώτης του 1ου Ευζωνικού Συντάγματος τραυματίσθηκε στη μάχη του Κιλκίς. Διαμπερές βλήμα προκάλεσε κάταγμα της θωρακοοσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με επιπλοκές στα έντερα. Ο Δραγάσης του έκανε μεταμόσχευση αφαιρώντας δύο σπονδύλους τους οποίους αντκατέστησε με χόνδρο και περιόστεο. Η εγχείρηση ελλείψει ειδικού μηχανήματος έγινε με ανάρτηση του τραυματία από την οροφή της αίθουσας, προς ευθυγράμμιση της σπονδυλικής στήλης και των κάτω άκρων, τα οποία βρισκόταν σε ορθή γωνία με το σώμα του τραυματία. Ο ασθενής θεραπεύθηκε πλήρως.

Ο Ιάσων Δραγάσης εγχειρίζει Σέρβο τραυματία στη μεγάλη αίθουσα του χειρουργείου του. Δεξιά διακρίνονται τραυματίες της Κρητικής Χωροφυλακής εγχειρισθένετες στο κρανίο, οι οποίοι τραυματίσθηκαν στη Θεσσαλονίκη στις οδομαχίες κατά των Βουλγάρων.

Σχέδιο του Νοσοκομείου "Η Πόλις του Ελέους" του Δραγάση Παλαιολόγου, για την περίθαλψη των θυμάτων του πολέμου, στο άλσος Παλαιολόγου.

Ο Δραγάσης Παλαιολόγος εθεράπευσε 150 Σέρβους τραυματίες στο νοσοκομείο του το 1912. Στην καρτ-ποστάλ δεξιά του είναι ο Σέρβος αρχίατρος Παπακοστοπούλ και αριστερά ο Σέρβος γιατρός Ολυμπίτς σε σύσκεψη.

Ο Ιάσων Δραγάσης με την λευκή μπλούζα και δεξιά η μνηστή του Ευγενία Καπνίστ, μαζί με τους βοηθούς του και τους τραυματίες σε αναμνηστική φωτογραφία στη Θεσσαλονίκη.

Το φορητό χειρουργείο Δραγάση Παλαιολόγου στο Δορύλαιο (Εσκί Σεχίρ) της Μικράς Ασίας.

Η σημαία του Ελληνογαλλικού τάγματος της Λεγεώνας με τα αδαμαντοκέντητα ονόματα των ενδόξων μαχών στις οποίες πήρε μέρος το Ελληνικό τάγμα φυλάσσεται από το 1917 στο Hotel des Invalides στο Παρίσι.

Η μοιραία ώρα της εγκατάλειψης. Ο Δραγάσης συγκέντρωσε τους τελευταίους πρόσφυγες από την Κίο, το Νεοχώρι, τη Σιγή, το Ντερέκιοϊ, την Προύσα και άλλα μέρη της Μικράς Ασίας και τους οδηγεί στα Μουδανιά, για να επιβιβαστούν στα πλοία για την Ελλάδα.

Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό "συλλογές", έτος 31ο, τεύχος 341, Δεκέμβριος 2013, σελ. 1411-1416

 

Free Hit Counter